Ν. Γκαρά: «Η εξεταστική Επιτροπή θα αποκαλύψει την κυβερνητική χειραγώγηση των ΜΜΕ και τη σπατάλη δημόσιου χρήματος»

Σκληρή επίθεση στη κυβέρνηση από το βήμα της Βουλής εξαπέλυσε η Βουλευτής Έβρου και Αν. Τομεάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ενημέρωσης & Επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Νατάσα Γκαρά, κατά την πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής «για τη διερεύνηση της επιχείρησης πολιτικής χειραγώγησης της κοινή γνώμης, ευτελισμού των θεσμών και κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος» από τον ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ.
Η κα Γκαρά κατηγόρησε την κυβέρνηση πως αντί να ενισχύσει την Υγεία και να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ακρίβειας, επέλεξε να δαπανήσει άνω των 75 εκατομμυρίων από τις διάφορες «λίστες Πέτσα», για να εξαγοράσει θετική προβολή για την ίδια, χρηματοδοτώντας ακόμη και ΜΜΕ που ασκούσαν προπαγάνδα κατά των εμβολίων, με μοναδικό κριτήριο το βαθμό «φιλικότητας» προς την κυβέρνηση.
Παράλληλα, υπογράμμισε πως η ΝΔ δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτά τα «δωράκια» προς τα ΜΜΕ, αλλά απάλλαξε τα κανάλια από την πληρωμή της δόσης για τις άδειες, τους μετόχους από την υποχρέωση να υποβάλλουν πόθεν έσχες, κατάργησε το πλαφόν των 400 εργαζομένων κ.α.
Η κα Γκαρά κατονόμασε τις «λίστες Πέτσα» ως «βασικό εργαλείο ευθείας συναλλαγής κυβέρνησης και ΜΜΕ κατά τη διετία 2019-21», αλλά και «λίστες αδιαφάνειας και διαπλοκής που εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τη χώρα μας στο εξωτερικό, το Συμβούλιο της Ευρώπης και τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς».
«Όταν οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί υποστηρίζουν πως υπονομεύεται η ελευθεροτυπία και η
πολυφωνία, το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να παραμένει άπραγο, ούτε η κοινωνία απροστάτευτη», σημείωσε. 
Επιπλέον, υπενθύμισε πως ένα από το πρώτα που έκανε ο κ. Μητσοτάκης ήταν να πάρει υπό την αποκλειστική του εποπτεία τα δημόσια μέσα, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πως ο έλεγχος των ΜΜΕ και η εξαγορά της στήριξης, αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή για την κυβέρνησή του.

Κλείνοντας η κα Γκαρά σημείωσε πως η ελληνική κοινωνία αναζητεί να μάθει που πήγαν όλα αυτά τα εκατομμύρια και με ποια κριτήρια μοιράστηκαν, τονίζοντας πως «σε μια ευνομούμενη πολιτεία με σεβασμό στους θεσμούς και στους κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας, σε μία χώρα που θα υπήρχε σεβασμός στην ελευθεροτυπία και η κυβέρνηση δε θα λειτουργούσε με τη λογική ‘παλατιού’ και αλαζονείας, όπου ο βασιλιάς μένει αλώβητος από την κριτική, δεν θα χρειαζόταν η σημερινή συζήτηση στη Βουλή».

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το επίδικο της σημερινής συζήτησης είναι οι συνεχείς ενέργειες της Κυβέρνησης για
τη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης με δαπάνη δημοσίου χρήματος, πρακτικές
ελέγχου, φίμωσης και σπατάλη σε όφελος του κυβερνητικού αφηγήματος πάντα,
φαινόμενο βαθιάς κρίσης της δημοκρατίας, άκρατης προπαγάνδας,
παραπληροφόρησης του λαού, απουσίας ελέγχου στην κυβερνητική εξουσία.
Θα μπορούσα να κάνω εκτενή ανάλυση, ωστόσο και λόγω περιορισμού του χρόνου
δεν θα το κάνω. Το φαινόμενο, όμως, αυτό περιέγραψε πολύ καλύτερα από όλους
μας ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης με πολύ γλαφυρό τρόπο, απαντώντας
πολύ πρόσφατα σε μια Ολλανδή δημοσιογράφο, λέγοντας: «Γνωρίζω ότι στη χώρα
σας οι δημοσιογράφοι ρωτούν ευθέως» -στην Ολλανδία εννοεί- «σέβομαι αυτή την
κουλτούρα».
Είναι, άραγε, θέμα κουλτούρας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κουλτούρα που δεν
υπάρχει στη χώρα μας; Ποια μεγαλύτερη προσβολή μπορεί να υπάρχει διά
στόματος Πρωθυπουργού στους Έλληνες και τις Ελληνίδες δημοσιογράφους;
Η φράση, όμως, αυτή βρίσκεται στο μεδούλι της συζήτησής μας και του τρόπου με
τον οποίο ο κ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης και
τον ρόλο της ίδιας της δημοκρατίας, διότι αυτή η Κυβέρνηση από την πρώτη της
μέρα έχει φροντίσει να δημιουργεί εκείνο το πλαίσιο όπου οι δημοσιογράφοι δεν
θα ρωτούν ευθέως – όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε – δεν θα τον ελέγχουν, δεν θα
κάνουν δημόσια κριτική, δεν θα πληροφορούν το κοινό, δεν θα ασκούν ουσιαστικά
τον ρόλο τους, όπως συνταγματικά τους αρμόζει.
Σε μία ευνομούμενη πολιτεία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με σεβασμό στους
θεσμούς, στους κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας, σε μία χώρα όπου θα υπήρχε
σεβασμός στην ελευθεροτυπία, στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, αλλά και
στις ανάγκες των πολιτών, σε μία κυβέρνηση που δεν θα λειτουργούσε με τη λογική
παλατιού και αλαζονείας, όπου εκεί ο βασιλιάς πάντοτε μένει αλώβητος, ανέγγιχτος
από κριτική, δεν θα χρειαζόταν αυτή η συζήτηση η οποία γίνεται σήμερα στο
Κοινοβούλιο αλλά και στη δημόσια σφαίρα.
Η διετία 2019-2021 σε συνθήκες πρωτοφανούς υγειονομικής και οικονομικής
κρίσης χαρακτηρίζεται από την ευθεία συναλλαγή Κυβέρνησης και μέσων
ενημέρωσης, με βασικό εργαλείο τις «λίστες Πέτσα», όπως έχουν μείνει στην
ιστορία. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι «λίστες Μητσοτάκη», διότι πάντοτε
αυτός για όλα δίνει την εντολή.
Αντί, όμως, εσείς ως Κυβέρνηση να ακολουθήσετε ένα σχέδιο καμπάνιας και
ενημέρωσης και στοχευμένης πληροφόρησης του κοινού, λελογισμένου κόστους με
διαφάνεια, ισοτιμία, σαφή, διαφανή κριτήρια, επιλέξατε να σπαταλήσετε
εκατομμύρια των Ελλήνων φορολογουμένων όχι για την αναγκαία πληροφόρησή
τους ούτε για να ενισχύσετε την υγεία, την παιδεία, να απαντήσετε στις κοινωνικές

ανάγκες οι οποίες προκύπτουν, αλλά για να εξαγοράσετε θετική προβολή και να
αποκτήσετε μία ασπίδα επικοινωνιακής προστασίας για την Κυβέρνηση.
Ο χορός, ωστόσο, των εκατομμυρίων καλπάζει και καλπάζει όλο αυτό το διάστημα.
Πρώτη «λίστα Πέτσα», 20 εκατομμύρια ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι»,
δεύτερη «λίστα Πέτσα», 2 εκατομμύρια ευρώ για την ίδια καμπάνια, τρίτη λίστα, 20
σχεδόν εκατομμύρια ευρώ για καμπάνια που δεν την είδαμε για τον εμβολιασμό.
Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε στις γεμάτες ΜΕΘ, στα πολλαπλά κρούσματα και
στα χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού. Και η πιο πρόσφατη απευθείας ανάθεση 1
εκατομμυρίου στην EDELMAN για τη θετική προβολή της Κυβέρνησης στο εξωτερικό
με κρατικό χρήμα.
Αν σε αυτά προσθέσουμε και τα προγράμματα επικοινωνιακής προβολής των
περιφερειών που εγκρίθηκαν από τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, τότε το
σύνολο της δαπάνης για την επικοινωνιακή σας φιέστα διαρκείας ξεπερνά τα 75
εκατομμύρια ευρώ. Και όλα αυτά χωρίς διαφανείς διαδικασίες, κριτήρια, με
απευθείας αναθέσεις, επικαλούμενοι πάντοτε κατεπείγουσα ανάγκη και
διαδικασίες.
Χαρακτηριστικό, βέβαια, είναι ότι τα χρήματα από τις λίστες έλαβαν ανύπαρκτα
μέσα ενημέρωσης ή άλλα που εμφανίστηκαν λίγους μήνες πριν, μέσα ενημέρωσης
που έκαναν αντιεμβολιαστική προπαγάνδα ή άρνησης του κορωνοϊού, ΜΜΕ τα
οποία δεν περιλαμβάνονταν στα μητρώα των μίντια και είχαν οφειλές σε
εργαζόμενους και δημόσια ταμεία. Το μόνο κριτήριο – το μόνο κριτήριο! – που
τέθηκε από την Κυβέρνησή σας ήταν ο βαθμός φιλικότητας προς την Κυβέρνηση, ο
βαθμός φιλικότητας των μέσων ενημέρωσης προς την Κυβέρνηση.
Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι τα ΜΜΕ που δεν υπηρετούν το κυβερνητικό αφήγημα
και αντιστέκονται στις προφανείς πιέσεις έλαβαν μόλις το 1% της διαφημιστικής
δαπάνης από τις συγκεκριμένες καμπάνιες.
Βέβαια, η Κυβέρνηση δεν αρκέστηκε μόνο στις «λίστες Πέτσα», αφού μοίρασε
πανάκριβα δωράκια στα ΜΜΕ, απάλλαξε τα κανάλια από την πληρωμή της δόσης
για τις άδειες, εκπίπτει η διαφημιστική δαπάνη πλέον, απαλλάχθηκαν οι μέτοχοι
των καναλιών από την υποβολή «πόθεν έσχες», καταργήθηκε το πλαφόν των
τετρακοσίων εργαζομένων και άλλα πολλά που δεν χρειάζεται να αναλύσω.
Ωστόσο, όλα αυτά σε μία συγκυρία όπου η κοινωνία στενάζει όχι μόνο από την
πανδημία, αλλά και από την ακρίβεια και την εργασιακή κρίση.
Τελικά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιβεβαιώνεται στην πράξη η ρήση του
Πρωθυπουργού που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, γιατί επιβεβαιώνεται καθημερινά:
«Με ενδιαφέρει η επικοινωνία και όχι η ουσία», είπε, δόγμα το οποίο κοστίζει πολύ
ακριβά στον ελληνικό λαό, κοστίζει πολύ ακριβά στη δημοκρατία μας.
Παράλληλα, οι λίστες αδιαφάνειας και διαπλοκής εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τη χώρα
μας και στο εξωτερικό. Μέχρι και η Ευρωπαία Επίτροπος για θέματα διαφάνειας

έκανε αναφορά στον σκανδαλώδη τρόπο ενίσχυσης των μέσων ενημέρωσης,
αναφορά έγινε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, αναφορά καταγγελίας έγινε από πέντε
διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις, αναφέρθηκαν και πριν από τον Πρόεδρό
μας, τον κ. Αλέξη Τσίπρα, να μην τα επαναλάβω.
Όταν, όμως, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις, κυρίες και κύριοι,
υποστηρίζουν πως υπονομεύεται στη χώρα μας η ελευθεροτυπία και η πολυφωνία,
το Ελληνικό Κοινοβούλιο μπορεί να μένει άπραγο; Μπορεί να αφήνει την κοινωνία
απροστάτευτη μπροστά σε όλα αυτά;
Τα ερωτήματα που προκύπτουν, λοιπόν, είναι πολλαπλά: Πού πήγαν όλα αυτά τα
εκατομμύρια; Με ποια κριτήρια μοιράστηκαν όλα αυτά τα εκατομμύρια και ποιο το
αποτέλεσμα της καμπάνιας; Ποιες θεσμοθετημένες και διαφανείς διαδικασίες
ακολουθήθηκαν; Υπήρξε ισότιμη τιμολόγηση στις δαπάνες για τα ΜΜΕ; Υπήρξε
ορθή διαχείριση του δημοσίου χρήματος; Έγινε στοχευμένη καμπάνια για την
πληροφόρηση του κοινού; Αποκλείστηκαν μέσα ενημέρωσης λόγω της
αντιπολιτευτικής τους στάσης; Εντάχθηκαν στις λίστες μέσων ενημέρωσης με
αντάλλαγμα την κυβερνητική τους στήριξη; Οι δικαιούχοι εκπλήρωσαν τις
υποχρεώσεις τους απέναντι στους εργαζόμενους και τα δημόσια ή ασφαλιστικά
ταμεία, ή απέλυσαν τους εργαζόμενους και έκλεισαν τα μέσα τους έναν ή δυο ή
τρεις μήνες αφ’ ότου πήραν τα παχυλά κονδύλια από τις «λίστες Πέτσα»; Ποιος ο
ρόλος, επίσης, εταιρειών, όπως η INITIATIVE, η οποία με απευθείας ανάθεση και
εξαψήφια αμοιβή ανέλαβε να μοιράσει το κρατικό χρήμα, χωρίς εντολή, χωρίς
κριτήρια, χωρίς διαφάνεια;
Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα χρήζουν απαντήσεων, γι’ αυτό και είναι αναγκαία
η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, καθώς είναι συνταγματική μας υποχρέωση,
κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να ελέγχουμε την Κυβέρνηση, να σεβόμαστε το
δημόσιο χρήμα και τον κόπο των φορολογούμενων πολιτών, αλλά και να
υπερασπιζόμαστε την ενημέρωση, την πολυφωνία και κυρίως τη δημοκρατία η
οποία γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα.
Κλείνω, κύριε Πρόεδρε και λέω ότι η πρακτική «λίστες Πέτσα», αλλά και οι
συναλλαγές με δημοσκοπικές εταιρείες που αναφέρθηκαν και αναλύθηκαν από
προηγούμενους συναδέλφους μας, όπως και ο πλήρης έλεγχος των δημοσίων
μέσων ΕΡΤ και ΑΠΕ, που πέρασαν στην εποπτεία του Πρωθυπουργού -ήταν από τις
πρώτες πράξεις που έκανε αυτή η Κυβέρνηση, ισχυριζόμενη ότι φτιάχνει το νέο
επιτελικό κράτος- όλα αυτά, λοιπόν, αποτελούν συνειδητή πολιτική σας επιλογή με
έναν ξεκάθαρο σκοπό, την εξαγορά σιωπής και στήριξης από τα μέσα ενημέρωσης.
Κυρίες και κύριοι, αν ο Κουρτς αναγκάστηκε να παραιτηθεί για 1 εκατομμύριο, τι
πρέπει να πράξει ο κ. Μητσοτάκης;
Ευχαριστώ.

 

ΓΡΑΨΤΕ ΣΧΟΛΙΑ
0
απογοήτευση 0
X
+