ΗΜΕΡΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ

Paggaionet

η πύλη του Παγγαίου

Γράφει ο Θεόδωρος Δημοσθένης Λυμπεράκης για τα ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗ (ΝΥΧΤΑ 5ης ΠΡΟΣ 6η ΙΟΥΛΙΟΥ 1917).

Ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως, Γερμανός Σακελλαρίδης, μια εξέχουσα μορφή των υπέρ της Πατρίδος αγώνων, καταγόταν από το Αρβανιτοχώρι της Προποντίδος. Τις βασικές σπουδές του ολοκλήρωσε στην Κωνσταντινούπολη και τις θεολογικές του σπουδές στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διετέλεσε Αρχιμανδρίτης στην Μητρόπολη Νικομήδειας και στη συνέχεια χειροτονήθηκε επίσκοπος και τοποθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην τότε τουρκοκρατούμενη, Δυτική Μακεδονία, στη Μητρόπολη Πρεσπών και Αχρίδος, η οποία, από το έτος 1879 είχε την έδρα της στο Κρούσοβο, (που σήμερα βρίσκεται στη Δημοκρατία των Σκοπίων). Εκεί άρχισε τη δράση του, στον διεξαγόμενο τότε Μακεδονικό αγώνα, στα πλαίσια του οποίου πρόσφερε ύψιστες υπηρεσίες στα τότε εθνικά, ελληνικά, μακεδονικά, ανταρτικά σώματα. Επεξέτεινε, παράλληλα, και την φιλανθρωπική δράση του, συντηρώντας ορφανά και προστατεύοντας οικογένειες, των οποίων οι γονείς και οι προστάτες σφαγιάσθηκαν από τους Βουλγάρους, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα. Συνδεόταν, επίσης, διαρκώς, με την ευρισκόμενη στην Αθήνα ηγεσία του αγώνα αυτού. Πριν το έτος 1908 μετατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως. Κατά τον Βαλκανικό πόλεμο του 1912, όταν οι τουρκικές δυνάμεις, που δρούσαν στην περιφέρεια της Μητροπόλεώς του, βρέθηκαν σε δυσχερή, από στρατιωτική άποψη, θέση, με δικές του ενέργειες και δική του πρόσκληση, έσπευσε ο έλληνας υπολοχαγός, Δούκας Γ. Δούκας ή Γαϊτατζής, (ο οποίος υπέγραφε ως καπετάν Δούκας Ζέρβας), μετέπειτα βουλευτής Σερρών και την Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου του 1912 κατέλαβε το Πράβι, χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση, διότι ο Γερμανός είχε, εν τω μεταξύ, πείσει τις τουρκικές δυνάμεις, ότι μάταια θ’ αντιστέκονταν. Στις προσπάθειές του αυτές είχε ως συνεργάτη και σύνδεσμο τον μεγάλο Έλληνα πατριώτη, συμπολίτη μας ιερέα Νικόλαο Οικονόμο ή Βλάχο.
Η κατάληψη αυτή του Πραβίου είχε σημασία, διότι, μετά την έλευση του καπετάν Δούκα, ήλθε στην Ελευθερούπολη και την κατέλαβε κι ένας λόχος βουλγαρικού στρατού, (οι Βούλγαροι ήταν τότε «σύμμαχοί» μας, στον πρώτο εκείνο Βαλκανικό πόλεμο) και γι’ αυτό το λόγο ο καπετάν Δούκας, μη διαθέτοντας επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις, υποχώρησε, για να μη λάβει χώρα σύγκρουση με τους μέχρι τότε «συμμάχους».
Μετά την κατάληψη του Πραβίου από τους Βουλγάρους, οι τελευταίοι άρχισαν τη γνωστή τακτική του αφελληνισμού, τον οποίο επιδίωκαν να επιτύχουν μέσα σε λίγα χρόνια, (κάθε φορά που έρχονταν ως κατακτητές), κάτι που απέφυγαν οι Οθωμανοί κατακτητές να πράξουν επί πέντε αιώνες! Έτσι, άρχισαν αμέσως τις βιαιοπραγίες, ληστείες, λεηλασίες και την καταπόνηση και κατατρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού, όπως ο ίδιος ο Γερμανός ανέφερε σε τρεις (3) επιστολές του, καθώς και οι πρόκριτοι του Πραβίου σε μια δική τους, συνταγμένες όλες το 1912, ευρεθείσες, πρωτότυπες, στο αρχείο του Παπα Νικόλα Οικονόμου, από τους εγγονούς του, γιους του παπα Δημήτρη Οικονόμου και δημοσιευμένες νωρίτερα από τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Αθανάσιο Αγγελόπουλο, σχολιασμένες δε, στην ωραία ανακοίνωση του Θεολόγου καθηγητή και ιστορικού ερευνητή κ. Νικολάου Μιχαλόπουλου, (συζύγου της Πραβινής καθηγήτριας και επίσης ιστορικής μελετήτριας της ιστορίας του τόπου μας, κ. Αγγελικής Κιουρτσή), η οποία δόθηκε στα πλαίσια του Β’ τοπικού συμποσίου «Η Καβάλα και η περιοχή της» και δημοσιεύθηκε στον Α’ τόμο των πρακτικών του συμποσίου εκείνου, το έτος 1987, στην οποία και παραπέμπω για περισσότερες πληροφορίες, όπως σε γειτονικό άρθρο της κ. Κιουρτσή, ευρισκόμενο στον ίδιο τόμο πρακτικών, παραπέμπω, προκειμένου για στοιχεία της ζωής και του μαρτυρικού θανάτου του σεπτού Ιεράρχη.
Ο Γερμανός, επειδή γνώριζε τους Βουλγάρους κι επειδή δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τις πιέσεις και καταδυναστεύσεις τους σε βάρος της επαρχίας του, μετέβη στην Θεσσαλονίκη, για να προβεί στις δέουσες διαμαρτυρίες. Παρουσιάσθηκε, έτσι, στον τότε στρατιωτικό Διοικητή της Θεσσαλονίκης, τον πρίγκιπα Νικόλαο και του ανέφερε τις καταδυναστεύσεις των «συμμάχων» βουλγάρων. Ο πρίγκιπας τον παρότρυνε ν’ αναφέρει όλα αυτά στον Βασιλέα Γεώργιο, ευρισκόμενο τότε στη Θεσσαλονίκη, μαζί με την Βασίλισσα Όλγα και του διέθεσε, μάλιστα και το αυτοκίνητό του, προς τον σκοπό αυτόν. Πράγματι, ο Γερμανός μετέβη, έγινε αμέσως δεκτός από τον Βασιλέα και του ανέφερε τ’ ανωτέρω. Μετά την συνομιλία τους εκείνη ο Γερμανός μετέβη, με το θάρρος που του ενέπνεε ο ακατάβλητος πατριωτισμός του και διαμαρτυρήθηκε, για τις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις των Βουλγάρων στην επαρχία του, στον ευρισκόμενο τότε στη Θεσσαλονίκη Βούλγαρο στρατηγό «Χεσαπτσίεφ», του οποίου η παρουσία στην πόλη οφειλόταν στα γνωστά, ιστορικά γεγονότα της παραμονής του «συμμαχικού» τότε βουλγαρικού στρατού σ’ αυτήν υπό μορφή φιλοξενίας.
Η θαρραλέα διαμαρτυρία του προς τον Βούλγαρο στρατηγό, η καταγγελία των πιέσεων, λεηλασιών και βιαιοπραγιών των Βουλγάρων στους Έλληνες της επαρχίας της Μητροπόλεώς του, την οποία καταγγελία δημοσίευσε στη συνέχεια και στον τύπο της εποχής, σε συνέντευξη που έδωσε στον ανταποκριτή της εφημερίδας «Νέα Ημέρα» της Τεργέστης, ο οποίος κι αυτός βρισκόταν τότε στην Θεσσαλονίκη, ήταν η κύρια αιτία της μεταγενέστερης, άγριας θανάτωσής του, κατά το έτος 1917, διότι οι βούλγαροι δεν λησμόνησαν ότι ο Δεσπότης αυτός τους είχε αποκαλύψει, σε στιγμές που κατάστρωναν ύπουλα σχέδια και καταχθόνιες ενέργειες αφελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας και είχε αντιδράσει κατά της εκ μέρους τους καταδυνάστευσης των ελληνικών πληθυσμών.
Την εθνική δράση του Γερμανού, πράγματι, παρακολουθούσαν επί μακρόν οι Βούλγαροι και γι’ αυτό αποφάσισαν να τον συλλάβουν, όμως ο Γερμανός πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους και κατόρθωσε, με φροντίδα του Έλληνα προξένου στην Καβάλα, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, με το πρόσχημα ότι μεταβαίνει ως συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, να επιβιβαστεί στο Αυστριακό ατμόπλοιο της γραμμής, μόλις όμως αυτό το τελευταίο ετοιμάστηκε ν’ αποπλεύσει, ήλθε διαταγή του βουλγαρικού στρατηγείου Σερρών, γι’ άμεση σύλληψη του Γερμανού, με την οποία στα χέρια οι τότε βουλγαρικές αρχές κατοχής της Καβάλας μετέβησαν στο ατμόπλοιο, με στρατιωτική δύναμη και ζήτησαν να τους παραδοθεί ο Γερμανός, όμως ο Αυστριακός πλοίαρχος εμπόδισε την σύλληψή του, διότι είπε στους Βουλγάρους ότι, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες, το πλοίο του ήταν πλοίο ξένης χώρας και ο Γερμανός βρισκόταν στο έδαφος αυτής. Έτσι ο Γερμανός κατόρθωσε να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέμεινε, λόγω του ορατού κινδύνου που διέτρεχε πλέον, να συλληφθεί και να εξοντωθεί από τους Βουλγάρους, μέχρι την, εν έτει 1913, πλήρη απελευθέρωση της επαρχίας του από τους Βουλγάρους. Μετά την απελευθέρωση επανήλθε στη μητροπολιτική έδρα του, εν μέσω μεγίστων τιμών. Τότε η Πατρίδα του απένειμε τα παράσημα των πολέμων 1912 και 1913.
Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και πάλι οι Βούλγαροι κατέλαβαν την περιοχή του Παγγαίου, κατά το έτος 1916 ο Γερμανός άρχισε και πάλι, απτόητος, την εθνική δράση του, για την αποτίναξη του φοβερού βουλγαρικού ζυγού. Οι Βούλγαροι όμως δεν είχαν λησμονήσει την προηγούμενη δράση του, στην οποία είχε ήδη προστεθεί και νεώτερη. Έτσι, στις 12 Φεβρουαρίου του έτους 1917, με το πρόσχημα ότι ο Γερμανός είχε επαφές μ’ Έλληνες, οι οποίοι ανήκαν στη συμμαχική, αγγλική κατασκοπεία, τον συνέλαβαν, μαζί με τον ανεψιό του, δικηγόρο Βασίλειο Διαμάντογλου και τον έκλεισαν στην υπόγεια φυλακή του Διοικητηρίου Πραβίου, υποβάλλοντάς τον σε παντός είδους εξευτελισμούς, ταπεινώσεις και κακώσεις, μέχρι που, τη ζοφερή νύχτα της 5ης προς 6η Ιουλίου του 1917, υπό καταρρακτώδη βροχή, μια συνοδεία Βουλγάρων στρατιωτών τον παρέλαβαν, προκειμένου να τον οδηγήσουν, πεζό, στο Μπατέμ Τσιφλίκ (σημερινό Αμυγδαλεώνα), στην έδρα της 7ης βουλγαρικής Μεραρχίας ΜΠΕΛΟ ΜΟΡΕ, υπό τον στρατηγό Βουρκώφ, δήθεν για να δικαστεί από το Στρατοδικείο της τελευταίας, πλην όμως τον μετέφεραν σε μια τοποθεσία κοντά στο χωριό «Δάττο», πρώην «Μπερεκετλή», που σήμερα βρίσκεται εντός του στρατιωτικού αεροδρομίου Αμυγδαλεώνα, δίπλα σ’ ένα πηγάδι, όπου, αφού τον βασάνισαν, τον προπηλάκισαν, τον ξεγύμνωσαν και του ξερίζωσαν τις τρίχες της σεβάσμιας γενειάδος του, έδεσαν ένα σχοινί σε παρακείμενο δένδρο και απ’ αυτό απαγχόνισαν τον ένδοξο Ιεράρχη.
Όταν απελευθερώθηκε το Παγγαίο, το έτος 1918, μετά από έρευνα, την οποία συντόνιζε ο ανεψιός του εθνομάρτυρα, δικηγόρος Βασίλειος Διαμάντογλου, βρέθηκε, με υπόδειξη Οθωμανού βοσκού, που είχε δει κρυφά τον απαγχονισμό του Ιεράρχη, ο ανώνυμος τάφος, στον οποίο οι βάρβαροι κατακτητές είχαν θάψει τον ήρωα, μετά τον απαγχονισμό του και με μια συγκινητική τελετή, γεμάτη δάκρυα και συντριβή, ο λαός της Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, το ποίμνιό του, μετέφερε τα σεπτά του λείψανα, με μεγάλες τιμές στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Ελευθερουπόλεως, όπου τελέσθηκε νεκρώσιμη ακολουθία και τα λείψανα ενταφιάστηκαν στον περίβολο του Ναού αυτού. Την τελετή παρακολούθησε ο τότε Γενικός Διοικητής Ανατολικής Μακεδονίας και αντιπρόσωπος της ελληνικής Κυβέρνησης, οι στρατιωτικές και πολιτικές Αρχές Δράμας και Καβάλας, ενώ επικεφαλής της στρατιωτικής παρατάξεως, που απέδιδε τιμές, βρισκόταν ο Στρατηγός Μαυρομιχάλης, διοικητής της στρατιωτικής δυνάμεως Ελευθερουπόλεως.
Σας αποκαλύπτω, επίσης, για πρώτη φορά, την ακόλουθη είδηση, που δείχνει πώς οι εχθροί της πατρίδας μας, Τούρκοι και Βούλγαροι, προετοίμασαν, με ψευδείς κατηγορίες και καταδίκες, το μαρτυρικό τέλος του εθνομάρτυρα:
Στην εφημερίδα «ECHO D’ ALGER” JOURNAL REPUBLICAIN DU MATIN» (Η ΗΧΩ ΤΟΥ ΑΛΓΕΡΙΟΥ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, ΠΡΩΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ) της 6ης Ιουνίου του 1914, υπήρχε το ακόλουθο άρθρο:
«Στην Τουρκία
Ένας Έλληνας Μητροπολίτης καταδικάστηκε.
Κωνσταντινούπολη, 5 Ιουνίου. Ανακοινώθηκε επίσημα ότι ο Έλληνας Μητροπολίτης της Πράβιτσα Γερμανός, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο, σε δεκαπέντε ετών καταναγκαστικά έργα, γιατί προσέβαλε την τιμή μουσουλμανίδων γυναικών, κατά την κατάληψη της Καβάλας από τους Βουλγάρους. Ο Μητροπολίτης καταδικάστηκε ερήμην».
Και το γαλλικό κείμενο:
«En Turquie
Un métropolite grec condamné
CONSTANTINOPLE, 5 juin. — On annonce officiellement que le métropolite grec de Pravitcha, Germanos, a été condamné, par la Cour martiale, à quinze années de travaux forcés, pour avoir attenté à l’honneur des femmes musulmanes, au moment de l’occupation de Kavala par les Bulgares. Le métropolite a été condamné par contumace».
Τέλος, επειδή το μαρτύριο του εθνομάρτυρα Μητροπολ΄τη της πόλης μας έλαβε χώρα δίπλα στο πηγάδι που βλέπετε σε παρακείμενη φωτογραφία, πάνω στο πηγάδι αυτό τοποθετήθηκε αργότερα η λιτή, επιτύμβια επιγραφή που επίσης σας παραθέτω κι η οποία βρίσκεται σήμερα στον περίβολο του Ιερού Ναού Αγίου Σύλλα της Καβάλας.
ΘΟΔΩΡΟΣ Δ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Facebook Comments

X
+